... Ο παππούς.. Ο γλυκός παππούς , πατέρας της μάνας που δεν έδωσε σε εκείνη αλλά σε μένα αυτά που αγαπούσα σε εκείνον. Ο παππούς με την απέραντη αγκαλιά του, μήτρα Μάνας που σε γεννάει . Με την γλυκιά φωνή, που με νανούριζε …γιατί ναι με νανούρισαν και μένα ,όχι οι γονείς μα ο παππούς. Ο μπάρμπα Γιώργης. Γιωργάκης για μένα, ο παππούλης Γιωργάκης, με τα μπλε όλο θάλασσα μάτια του..
Όαση στην ερημιά που ζούσα . Δάκρυ για χρόνια πολλά πολλά η θύμηση του κι έλλειψη του. Να πεθάνω και να πάω στην αγκαλιά του το όνειρο της εφηβείας ..Το όνειρο τις νύχτες που ένοιωθα πάγος να γίνονται τα χέρια που με ακούμπαγαν είτε για χαστούκι είτε για χάδι(¨?) ποιο χάδι? Μισό κι αυτό κάτι πιο ήρεμο απ το χαστούκι.
- Βρε τον μπάρμπα- Γιώργη ! η φωνή της φίλης της μάνας μέσα στην νύχτα ,με κάνει να πεταχτώ,,
εννιά χρόνων αρχίζω να βλέπω το μαύρο να κεντάει την ψυχή μου,,,..
Τι έπαθε ο παππούς? Ο παππούλης ο Γιωργάκης? Νύχτα πλημμυρίζει το μυαλό μου και προσπαθώ να καταλάβω τις φωνές τι λένε…
- πέθανε έτσι τραγουδώντας…η φωνή της φίλης της μάνας
Πέθανε ο κόσμος μου? Η καρδιά που μέσα με κρατούσε και με ζέσταινε και μου μάθαινε ότι λάθος με βάφτισα?
Η αγάπη πεθαίνει?
Κραυγή σαν αυτή την πρώτη βγήκε. Από που άραγε? Από ποια πνευμόνια παιδιού εννιάχρονου μπορεί να βγήκε αυτή η κραυγή, που ράγισε τους τοίχους, σήκωσε την γειτονιά?
Θρήνος μάνας που έχασε το μονάκριβο της…και να η πρώτη υστερία…και να η σφραγίδα του ληξίαρχου με πιο γερο μελάνι…στοιχειό.."
Αυτό το στοιχειό δεν είναι δικό μου.. δεν το θέλω,” ..
Εννιά χρόνων άρχισα το τσιγάρο.. Έβλεπα τον παππού στο φέρετρο με τα κόκκινα μαγουλάκια και το χαμόγελο του ,γιατί ναι έτσι ήταν το νεκρό του πρόσωπο, και του φώναζα…
"προδότη, αγαπημένε μου προδότη,…κατά που να κάνω εγώ να βρω τώρα αυτό που από σένα πήρα?
«Μην το πάρεις μαζί σου…μην μ αφήσεις γυμνή απ αγάπη παππού …κρυώνω παππού ,κρυώνω» …
Και να η πουκαμίσα του! Την έδειξε στους άλλους για να μ ακουμπήσουν όταν σπαρταρώντας παγωμένη έπεσα στο πάτωμα και με πήγαν στο κρεβάτι του να με ξαπλώσουν, Κι έγινε αυτή η πουκαμίσα η αγκαλιά η νυχτερινή, το νυχτικό μου για τα επόμενα επτά χρόνια…
Ο παππούλης ! πόσα του χρωστάω.. Τα γονίδια μου όλα. Τις χαρές και τους πόνους που έλαβα όλα αυτά τα χρόνια απ αυτά που με μετάγγισε. Ο παππούς ! που τ΄ άρεσε το οινόπνευμα και το τσιγάρο….
"αυτά τον φάγανε " λέει η μάνα.
Αυτά θα φαν κι εμένα απαντώ εγώ…
Άρχισα το τσιγάρο στα εννιά μου χρόνια, όταν ο παππούς αποφάσισε πως πρέπει να με αφήσει…… 
Ο θάνατος του έγινε πρώτη χαραματιά στον ανεξίτηλο ιστό της αγάπης που είχα υφάνει. Ήταν η πρώτη μαύρη τρύπα που δεν καλύπτεται ποτέ. Ήταν ο πρώτος ήλιος που έσβησε κι άφησε τον παγωμένο κρατήρα του να κοιτώ, και να σκέφτομαι να πέσω μέσα στην άπατη αγκαλιά του…Ο θάνατος του ήταν κι η αιτία της κακής μου σχέσης πια με τον ύπνο. Δεν ήθελα να κοιμάμαι. Ήθελα να κοιτώ τ΄άστρα, να τα μετρώ... Να τα μετρώ, και για πρώτη φορά να τα βρίσκω λιψά..Ήθελα τα μάτια ανοιχτά και το μυαλό σε συνεχή συζήτηση με τα φαντάσματα μου πάλι, που όμως τώρα είχαν σάρκα κι οστά, είχαν χαμόγελο και μάτια θαλασσινά….