Τρίτη, Αυγούστου 7

τι, που, ποιος, ψυχη μου


Εκεί στ΄ ακροβραχο της θάλασσας ζωγράφιζα τα χρώματα του δειλινού για να σου στείλω….
Τις λέξεις που μου χεις πει κι όλες που μου χεις γράψει σκαριά τις έκανα ,, στο πέλαγος τα έριξα σε σένα να ξανάρθουν, ντυμένες με φυλακτά καρδιάς…
κάθε λέξη μα και κάθε λυγμό κάθε ανάσα και κάθε μου δάκρυ με γιασεμιά κι αγιόκλημα πλεγμένα, στεφάνι έκανα στην θάλασσα το έριξα να έρθει να σε βρει….εσένα εκεί που ήσουν. Μια θάλασσα ίδια μας χώριζε , μια ίδια θάλασσα
μας ένωνε….
Πάω στο παγκάκι σου λέω….δίπλα στο κύμα της δικής μας θάλασσας…
Μεσάνυχτα μετά ήταν….
Βαρκούλες χάρτινες τις σκέψεις μου έκανα , με το όνομα σου τις βάφτισα και καλοτάξιδες να είναι τους ευχήθηκα, σε σένα να έρθουν…..εκεί που ήσουν….εκεί που είσαι

Τα χέρια στα αστέρια ικεσία σήκωνα….μήπως και σ ακουμπήσω γιατί εκεί στης νύχτας τα κεντίδια στο φωτεινότερο εσένα είδα….
Κοντινός θαρρώ πως ήσουν….
Μα λάθεψα ψυχή μου….
Όσο τα χέρια να σε πιάσω άπλωνα, τόσο πιο μακρινός γινόσουν….Ακριβέ μου


Και βάρυναν τα πόδια της ψυχής….
Πίσω στο δώμα σου δύσκολα με οδηγούσαν….
λύγισαν το σώμα….

Και φτάνοντας στην πόρτα σου ψυχή μου, κατέρρευσαν….
Κι εγώ μαζί τους….

Τι στην ψυχή πνοή θα δώσει;
Που το βλέμμα ν΄ ακουμπήσει για να ξεκουραστεί
Ποιο είναι αυτό που στα χέρια δύναμη θα δώσει για να ψηλαφίσουν πάλι

Παρασκευή, Αυγούστου 3

Φρασοπαιχνιδο.....


Ευχαριστώ τον Ηχο Πλαγιο...Μόνο, τον Φίλο Ιωάννη για την πρόσκληση στο παιγνίδι με τους παρακάτω όρους:


Έχουμε μια γνωστή φράση συγγραφέα ή ποιητή κτλ και μια προσωπική φράση του ίδιου blogger που του πασάρει ο συνάδελφός του blogger που κάνει την πρόσκληση την οποία πρέπει να σχολιάσει. Στη συνέχεια ο blogger που έχει προσκληθεί επιλέγει μια γνωστή φράση συγγραφέα και μια φράση που φτιάχνει ο ιδιος με τις οποίες δύο προσκαλεί άλλους πέντε.
Η πρώτη μου επιλογή είναι από το βιβλίο "Τα χειρόγραφα του Φθινοπώρου" του Τάσου Λειβαδίτη και είναι απόσπασμα του ποιήματος "Ο πρώτος στίχος".«Θυμάμαι παιδί που έγραψα κάποτε τον πρώτο στίχο μου.Από τότε ξέρω ότι δεν θα πεθάνω ποτέ –αλλά θα πεθαίνω κάθε μέρα.»

Η δεύτερη, μετά φόβου ψυχής, αναρτήθηκε ως σχόλιο:
«Οι ποιητές χάραξαν καινούργια σημάδια για να χτίσουν τον κόσμο, ο Θεός μονάχα, επέλεξε να μη δώσει τα ινία του κόσμου στους αμαρτωλούς ποιητές….»
ΗΧΟΣ ΠΛΑΓΙΟΣ....ΜΟΝΟΣ


O Ποιητης ουρανου και γης επελεξε να μην δωσει τα ινια στους "αμαρτωλους" ποιητες γιατι θα τον εφτιαχναν καλυτερο....μ΄αλλα χρωματα θα τον ζωγραφιζαν....και στον παραδεισο θα ειχαν τον ανθρωπο αφημενο... Ετσι κράτησε Αυτος τα πρωτοηνια, και τα δευτερα τα εδωσε σ΄ανθρωπους κατ΄εικονα και ομοιωση Του....


Επιλογη πρωτη

Τ'οσο πολυ τα σώματα κουράστηκαν που ελύγισαν, εκόπηκαν στα δυο...Κ.Καρυωτακης
...." ειναι πανακριβο στο λέω να Αγαπας"....Ν.Ασιμος


Δευτερη επιλογη....

κουράστηκε η ψυχη σε λυγισμένα σώματα να κατοικει...Να φυγει θέλει...
κουράστηκε η καρδια με ενα λογικο νου να παλεύει ...Να σταματήσει θελει...
κουράστηκε ο νους σε μοναχικα σοκάκια να περιδιαβαινει , σκιες ν΄αναγνωρισει εστω, άφαντες όμως κι αυτες....στην τρελα να μετοικησει θέλει

Ξέρω οτι oλοι ή οι περισσότεροι τουλαχιστον, εχετε φυγει για διακοπες.....και καλα κανετε κι όμορφα πολυ να περνάτε....

προσκαλω....με την σειρα μου

Mist, (που μολις μας επεστρεψε)Adiple, betty , cook the book , Γλαρένια

Τετάρτη, Αυγούστου 1

Σταγονα.......Καλως όρισες


Τι να θυμηθώ

Στίχοι: Νίκος Ζούδιαρης
Μουσική: Νίκος Ζούδιαρης
Πρώτη εκτέλεση: Απόστολος Ρίζος


Δεν πετάει φτερό στο πέλαγο
Και μαντάτο απ' την Αθήνα
Τι να θυμηθώ απ' τα μάτια σου
Που 'χω να τα δω ένα μήνα

Στ' άγρια σοκάκια της ψυχής
Ψάχνω μα δε σ' ανταμώνω
Α να κοιμηθώ να σ' ονειρευτώ
Που με ξέχασες και λιώνω

Ούτε που σαλεύει το νερό
Ούτε μου μιλούν οι γλάροι
Μου άργησες πολύ, πες μου πως θα 'ρθεις
Πριν να σβήσουνε οι φάροι


Ένας κύκνος κλαίει

Στίχοι: Νίκος Ζούδιαρης
Μουσική: Νίκος Ζούδιαρης
Πρώτη εκτέλεση: Απόστολος Ρίζος

Πόσα χρόνια έχουν περάσει ούτε έχεις σκεφτεί
Ρίχνεις τη σιωπή σου στα σπουργίτια
Η αγάπη δε χρωστάει καμιά ανταμοιβή
και οι ποιητές καμιά αλήθεια

Στο λευκό το φόρεμά σου πόσοι στοχασμοί
ξενυχτούν και τρέφουν τα όνειρά μας
Κι όλο ταξιδεύεις μόνη όπως οι καημοί
τόσο μακριά κι αναμεσά μας

Μη μιλάς,
μη μιλάς, ένας κύκνος κλαίει
Μη μιλάς,
μη μιλάς, ένας κύκνος κλαίει

Στα μικρά τα γεγονότα που ‘ναι μια στιγμή
ξεπηδάει πελώρια η χαρά σου
Τα διαμάντια έχω ζηλέψει όμως πιο πολύ
που κατρακυλούν στα μαγουλά σου

Έφυγαν χαθήκαν όλοι κι έχουνε κρυφτεί
ο καθένας πίσω από μια γρίλια
Σε κορδέλες από χιόνι έφυγες κι εσύ
στο χορό του ανέμου με τα φύλλα

Μη μιλάς...
Καλως ορισες........με αρωματα κι αχναρια Ανατολης....

Δευτέρα, Ιουλίου 30

εσυ...παντα εσυ!


Ποιός ο χρόνος σου?
Ποιός ο χρόνος σου στο μυαλό μου?
Μέρες τώρα το ταβάνι έχω πίνακα κάνει με τις εναλλακτικές μορφές σου….
Δέκα μέρες ζωγράφιζα το πορτραίτο σου…σε μια τεράστια παλέτα…εσύ μόνη ζωγραφιά με όλες τις μορφές της….

Αναρωτιέμαι….
Ζω στο παρόν?
Οι μέρες κυλούν κοινές ( πόρνες δοσμένες άσκοπα) και κενές (άδεια δοχεία νυχτός)…
Το έγραψα σε έναν φίλο….
Αναρωτιέμαι
Πότε καινές άραγε θα γίνουν? ….
Το φως του καλοκαιριού με γεωμετρική άνοδο σκοτάδι μέσα μου γίνεται…

Αναρωτιέμαι…
Φταίει η μήτρα που με γέννησε;
Εσύ που στη ζωή μου ήρθες;
Γιατί η θλίψη ρούχο εσώρουχο ψυχής έχει γίνει?
Που είσαι; Που;
Κρυώνεις;
Πονάς;
Ερωτεύεσαι;
Γελάς;
Άμμος στην παλάμη που τρέχει ανάμεσα στα δάχτυλα να χαθεί στην μάνα άμμο της ,ήσουν….
Αυτό ήσουν….
Χειμώνα ήρθες….
Χειμώνα αφήνεις
Λίγα τα Καλοκαίρια σου κι οι Ανοιξες σου ελάχιστες…
Μα εσύ το είχες πει….
Απ την αρχή….

«Το θέμα είναι, όταν μας μένουν στις χούφτες μας κάθε φορά μετά, τα φλούδια και τα κουκούτσια; »

κι εγω σε βάφτισα "κεράσι" μου….

που το κουκούτσι του δεν πετω….
Κερασι μου….
Ποσο δικιο ειχες…..

Καλη σου νυχτα…..

κερασι ( ανθρώπων άλλων)

Τετάρτη, Ιουλίου 25

σου ειχα πει καρδια μου....

"Πως το μυαλό μου θα βρεθεί στους δρόμους που χάραξες...
Πέρα απ’ τα σύννεφα, τις θάλασσες, αναρωτιέμαι πως θα κρατηθώ νηφάλια μεσα στα μάτια σου…
Πληγές γίνανε οι στιγμές σου, πώς θα τις επουλώσω;
Θυμάσαι...μιλούσες κι εγώ αισθανόμουν, γελούσες και πέταγα ελεύθερη…
Πόσες ανάγκες τάχα τώρα θα κρύβουνε τα λόγια σου…
Δεν μέλλεται να ζήσω από σένα άλλο… πλέω έρμαιη, στο θάνατο"...


“Πόσο θα ήθελα να ήμουν Άγγελος, να άπλωνα τα φτερά μου να πέταγα μακριά. Να καταργούσα το χρόνο. Φαντάσου, να έσβηνα κάποια νεκρά χρόνια απ` τη ζωή μου και να συνέχιζα εκεί που θα ήμουνα ώριμη και θα με ολοκλήρωναν οι πράξεις μου. Να ακούω τη μουσική της Edith και να περπατάω μέσα σ` εκείνη τη βροχή που κάνει τη γη να αναδίνει ζωντανές οσμές. Να εκθέτω το κορμί μου γυμνό όπως τις ζεστές μέρες του καλοκαιριού”.
(απ το βιβλιο του Δ.Βαρβαρηγου "το υστερόγραφο μιας συγνώμης " )

Ζω ακροβατώντας ανάμεσα στο παρόν στο παρελθόν και στο μέλλον….
θυμάμαι και θλίβομαι….ζω και δακρύζω….προσδοκώ και τρομάζω.
Σου μιλώ ψυχή μου ….
συνέχεια…
Αγγίζω τα φτερά μου και πονάω…………
Να τα χαϊδέψω θέλω κι αυτά πληγώνονται , αιμορραγούν και στα επίγεια με σέρνουν…
Βάρος ασήκωτης θλίψης στα χώματα με στήνει.
Κινούμενη άμμος οι μέρες μου και με βουλιάζουν όλο και πιο πολύ
Ακουμπώ τα φτερά μου και τρομάζω…
Κομμάτια είναι…λάμες τ΄ άκροφτερα…
Τα σέρνω το γυμνό κορμί να ζεστάνουν και οι λάμες τους τρυπούν την σάρκα,
Την πονούν κι όμως σταγόνα αίμα δεν δακρύζει….
Θυμάμαι που σου είπα…
να προσέχεις ψυχή μου…να με προσέχεις….
Αέρας είμαι….λίβας
Καίω ότι δίπλα μου σταθεί…
Σου το είχα πει…..θυμάμαι.
Να προσέχεις μάτια μου….να με προσέχεις….
Αγέρας είμαι…. βοριάς….
Παγώνω ότι τρυφερά δίπλα μου σταθεί….
Σου το ‘ χα πει μάτια μου….
Σου είχα πει….
Ξεκολλώ αναμνήσεις ,σάρκας κομμάτια πίσω μου
αφήνω, πονώντας δακρύζοντας συνεχίζω και πίσω το κεφάλι δεν γυρνώ…κι ας πονάω…κι ας κλαίω ,,,κι ας μου λείπουν…κι ας ξέρω ότι ένα σώμα χωρίς σκιά θα καταλήξω …

Μα…..Εσυ; Εσύ;Δεν είπες εσύ όμως να προσέχω…
Δεν μου είπες να σε προσέχω….
Σεισμός είσαι….όλα τα ισοπεδώνεις
Θύελλα είσαι…. στο πέρασμα σου όλα τα παρασέρνεις
Βράχος γρανίτης είσαι….όλα τα συνθλίβεις
Δεν είπες…." "να με προσεχείς εσύ λίβα ""….
Δεν είπες …
τίποτα δεν είπες….
Τώρα τα λες όλα ….
Σιωπώντας ...

Μαύρο κρασί ποτήρι σηκώνω και στην μοναξιά πίνω…

Τρίτη, Ιουλίου 10

απο ποιον φοβο σου τρεχεις να κρυφτεις.......

Νύχτα φέρουσα φεγγάρια ημιθανή,
ζωή απ το σκοτεινό της ψυχής σου να τραφούν
για να σωθούν ζητάνε, κι αντίδωρο ζωής να σου προσφέρουν.
Τρέχεις να τους ξεφύγεις, τσιγκουνεύεσαι το μαύρο της ψυχής σου να δώσεις ,μην και σωθούν και ζωή ζώσα σου προσφέρουν , σπαταλώντας ετσι ασθμαίνοντας , ανώφελα την τσιγκουνιά σου…
Ήλιοι σε ερέβους φόντο ουρανού παλεύουν να
σε ζεστάνουν κι εσύ τρέχοντας, σχοινοβατώντας

να κρυφτείς στο υπόγειο σου να του ξεφύγεις προσπαθείς….

Φοβάσαι το πάθος του Φώτος του; φοβάσαι το έρεβος του ουρανού του; ή τη σκοτεινιά του υπόγειου δικού σου, που πας να κρυφτείς;

Ποιος ο μεγάλος σου φόβος τελικά;
Όταν στην σκοτεινιά του μπεις, ίσως μάθεις, ποιο σκοτεινό περισσότερο φοβάσαι….
Από ποιο φως πας να ξεφύγεις και γιατί…
Ίσως γιατί με φως σου παρομοίωσαν την μετάβαση στον θάνατο σου….
Κανείς όμως δεν σου μίλησε για το σκοτάδι του μνήματός σου ,γι αυτό εκεί τώρα τρέχεις να κρυφτείς σπαταλώντας άσκοπα την τσιγκουνιά σου….

Κυριακή, Ιουλίου 8

η μοναξια στήνει παγιδες και.....

βράδυ Σαββάτου κι η μοναξιά του....

-έλα να βάλουμε ένα ποτό....να τα πούμε....
καιρό έχουμε να κάτσουμε οι δυο μας....ε; τι λες;
-κάτσε....πάρε καρέκλα...για μένα το γνωστό....
ότι και για σένα δηλαδή...λίγο πιο ελαφρύ κάνε το δικό μου..
στην μέση κάτσε του καθρέφτη....
δεν σε βλέπω καλά...μου κρύβεσαι λίγο...
ωραία...μίλα μου τώρα...σ΄ ακούω....
-κουράστηκα!!.
-κουράστηκες;
από ποια από ποιους ;
απ τα πάθη ;
-Ίσως…με κούρασε η δομή μου …η κατασκευή μου. το γενετικό μου υλικό…
Αναζητώ έναν εαυτό απλό.. αναγνωρίσιμο , εύκολο..
κι όχι τον δαιδαλώδη λαβύρινθο, που στο κέντρο του ένα τέρας -¨μινώταυρος ¨ βρυχάται να κατασπαράξει ότι κι όποιον το ανακαλύψει…ακόμα κι εμένα…. .
Bδέλλες πίνουν το αίμα μου.. .
-ναι...το ξέρω...συνέχισε.....
την αντιγνώση ανακάλυψα κι θεός με τιμώρησε με ένα γύπα –σκέψη να τρώει τα σωθικά μου…
την αντιγνώση…την κατάρα…το ανάποδο κι αντίστροφο…
Αγαπάω τα πάθη μου…τα γνωρίζω…τα ονοματίζω,…
το καθ ένα έχει το όνομα του…
θαρρώ χωρίς αυτά θα ήμουν ανδρείκελο…
ένα άγαλμα με κίνηση ένα μάρμαρο χωρίς ανθρώπινες ιδιότητες μα με τις τεχνικές προδιαγραφές του ανθρώπου…
ναι αγαπώ τα πάθη μου…
Ναι με αγαπώ…με μισώ…με θέλω,….με διώχνω…με κατακρίνω.. με αποδέχομαι με αποδιώχνω…με επικρίνω με απορρίπτω με δέχομαι με τρελαίνω
Σου παραδίνομαι…σου αντιστέκομαι…με τρελαίνει η σκέψη σου…με ζεσταίνει η παρουσία σου…η φωνή σου με ντύνει …,με ολοκληρώνει…πετάω το ρούχο που με ζεσταίνει και με προστατεύει.. το τσαλαπατώ…το ξαναντύνομαι δεν αντέχω χωρίς αυτό…δεν αντέχω μ αυτό……
-κι αυτό το ξέρω....
-Δεν θέλω να γράφω…και που το κάνω τι καταφέρνω?
Την ζωή μου σε ένα χαρτί αποτυπώνω ..σε έναν ψυχρό υπολογιστή ….σκατά…όλα…Όλα
Περιττώματα ψυχής τρελαμένης…”.ο κόσμος άρρωστος καπνός που τον καπνίζεις… έκτιση καθημερινής ποινής “
Άντε στο διάολο όλα…
Έχω γίνει εγωίστρια…..γμτ…
Ποιος με σκέφτηκε για χρόνια ολόκληρα?
Κανείς….
Η μια φωνή…(αυτή η Κήρα)
Η άλλη....
Εκείνος, Ετούτος, Εκείνοι, Ετούτοι ..θυμήσου, άνοιξε την ψυχή σου και θυμήσου…
Εσύ η άλλη φωνή...(η συνείδηση)
-Εγωίστρια.......Βγες...ζήσε. ερωτεύσου... ξεκόλλα από πάνω μου.....
-Ζωή ε?
-Εμ! Ζωή....ξέρεις τι είναι; ....
-Εεε! Μάλλον…Ίσως…Νομίζω ότι είναι
-Ζωή...όνομα ουσιαστικό...πολύ ουσιαστικό.. το ρήμα του συνήθως στην προστακτική...
Ζήσε ......
ουσιαστικό κλιτό και άκλιτο....
Γένους αρσενικού και θηλυκού
ενικός αριθμός ..Η Ζωή ( είναι ωραία) Της ζωής ( της οφείλουμε) την Ζωή( χαιρόμαστε) ω Ζωή( ποιος ο θάνατος σου;)........
Πληθυντικός αριθμός.....Υπάρχει; νομίζω όχι …δεν ξέρω…φταίει και το ποτό… ...
Άκλιτο...Η Ζωή, Η Ζωή, Η Ζωή......
ΤΟ ΜΟΝΑΔΙΚΟ ΔΩΡΟ ( κι η μοναδικη καταρα)
- Κουράστηκα....με κούρασες… τέλειωσε και το ποτό....να τα πούμε το πρωί ξανά;την ώρα που χτενίζεσαι....έχεις καλύτερη διάθεση νομίζω.....
-καλή σου νύχτα.....
-Καλή σου νύχτα κι εσένα...να ξέρεις κάτι όμως.........έπαψες αγάπη να θυμίζεις..
η θα φωνάζεις ή θα κουράζεσαι.....καλή σου νύχτα Μαρ........
καλή σου νύχτα συνείδηση….άσε με εμένα με τις Κήρες μου να παλεύω όλη την νύχτα…
Καληνύχτα….

Σάββατο, Ιουλίου 7

δος μου ενα όνειρο.....

Με ανέλπιστα και φοβερά πράγματα οι Θεοί υφαίνουν την ζωή μας .
Εκείνα που ήταν για να γίνουν δεν έγιναν ποτέ. Κι αυτά που γίνονται δεν ήταν για να γίνουν…..Σιωπή...Σιωπή…
(Μηδεια....μουσικο κουτι...Τανια Τσανακλιδου)

Σαν σε όνειρο ήρθες….ήταν αλήθεια όμως ε; ….
Ασπρόμαυρο το τοπίο. …Σκιές εμείς … μόνες. Μ΄ έπιασες απ το χέρι ….


-πάμε μου είπες…
Σ΄ ακολουθώ με μια ηρεμία που σπανίζει σε μένα…
Στην κορφή ενός βουνού με οδήγησες….
-Κοίτα μου είπες….
Μια τεραστία πανέμορφη φωτεινή μπάλα ανέβαινε απ τις κορυφογραμμές….
Κοίτα…κοίταξε και θαύμασε….
Η γη ανατέλλει…… Για σενα ....Για μας!....
Κι έτσι απλά, σαν σε όνειρο , την ανατολή της γης μου πρόσφερες…..
Μαζι την είδαμε...
Σαν σε όνειρο…..

Τα μάτια ανοίγουν….Ένα γύρω κοιτούν και…
Χάνεσαι εσύ, το ασπρόμαυρο τοπίο, η κορυφογραμμές, η ανατέλλουσα γη,
Γυρνώ το βλέμμα, σε βλέπω να με κοιτάς χαμογελαστός μέσα απ΄ την κορνίζα σου ….
Όνειρο ήτανε; Ρωτάω…Σε ρωτάω!….
Όνειρο ήτανε; Δεν είδαμε μαζί την ανατολή της γης;
Ψέμα ήταν ; κάτι θέλεις να μου πεις, κι εκεί με πήγες;
Ναι ναι… ψιθυρίζει το χαμόγελο απ την κορνίζα σου
Αφουγκράζομαι…
Στο ΄χω πει δύσκολα ακούγεται ο ψίθυρος του χαμογέλιου σου…
κάντο γέλιο δυνατό να σ΄ ακούω…

Ακου σε–συνεχίζεις-….Ακου σε με…
Ακούς;….ότι θυμάσαι δεν βουλιάζει
Ακούς ; ...ότι αγαπάς δεν τελειώνει
Ακούς;… .ότι πληγώνει δεν μισείς
Ακούς; ....ότι πονάει ΄να τ΄ αγαπάς
Άκου και το τραγούδι μου….."και
"σήκω να το χορέψεις τα μάτια να μου κλέψεις για πάντα πριν χαθώ"…..

Σηκώθηκα και χόρεψα, ζεϊμπέκικο χορό , εκεί τότε στην αυγή, και το χαμόγελο απ την κορνίζα παλαμάκια χτυπούσε….
Και πριν ο χορός τελειώσει…
χάθηκε…..
Προδότη…..
Ονειρο ήταν λες........

Πέμπτη, Ιουλίου 5

στο χιόνι του καυσωνα

Ένα παγκάκι μοναχικό βρήκα, και κάθισα μαζί του έτσι, για παρέα..
Του μιλώ για σένα….Ήρθες-ελπίδα…..
έμεινες –χαμόγελα

φεύγω φεύγω είπες - παγωνιά…
Έξω καύσωνας κι εγώ παγώνω.
Τα χέρια με την γνώριμη της απελπισίας κίνηση πιάνουν το κεφάλι…ανακατεύουν τα μαλλιά τα δάχτυλα. Θαρρείς ξαφνικά το κρανίο μαλακώνει….δειλά δειλά τον νου αγγίζουν….να τον χαϊδέψουν θέλουν να τον ακουμπήσουν και να ψηλαφίσουν τις σκέψεις του.

Άλλα προσμένουν… Σκέψεις κι όνειρα να αναγνωρίσουν θέλουν, μα μόνο εσένα αγγίζουν….
Μόνο εσένα ψηλαφίζουν.

Ξεφτίλα φωνάζουν…..
Τα ακούω. Χαμογελώ. Δεν ξέρουν, δεν είχαν καταλάβει..
Ένας νους γεμάτος με μια μόνο σκέψη?
Να τον χαϊδέψουν ήθελαν αγγίζοντας τον.
Τον τυλίγουν και τον διαλύουν τώρα….
Μου διαλύεις το μυαλό μου είχες πει….
Τα δάχτυλα ανταπόδωσαν με σύμμαχο την φυγή σου…Διέλυσες το μυαλό μου…
Κι εγώ παρακολουθώ ακίνητη του καύσωνα το χιόνι να πέφτει …
Γύρω από το μοναχικό παγκάκι κι εμένα , έχει στρωθει λευκό χαλί θλιμμένο
Τραβώ τα χέρια μου. Βίαια τ΄ αποκολλώ απ το μυαλό μου…΄Σκύβω ..Τα βουτώ μέσα στο χιόνι ….
κι αυτό έγινε κόκκινο .
Ξεπλύθηκαν τα χέρια απ την σκέψη σου και έβαψαν άλικο το λευκό του….
Ένα χαμόγελο δάκρυ στα χείλη ήρθε…
Κοιτώ την θάλασσα, κ εσένα μέσα στην βάρκα που “φυγή” βάφτισες να απομακρύνεσαι…
Όμορφα λιμάνια να ναι οι σταθμοί σου…
Όταν το βλέμμα γυρίσεις θα με βρεις εδώ. ;
Όποτε γυρίσεις.!!! .
Όσα χρόνια.!!!
Με το ίδιο χαμόγελο, στο μοναχικό παγκάκι ,με το χιόνι του καύσωνα να γεμίζει μ άλικους χρωματισμούς τον πίνακα μου, αφήνοντας το λευκό του χρώμα μόνο στα μαλλιά μου…..

Τρίτη, Ιουλίου 3

παει να πει....

καράβια μοιάζουν οι ψυχές, κι ανέμους να ζητήσεις
ταξιδευτες στα αμπαρια τους σαν πάρουν οι αναμνήσεις…..
στίχοι -μουσική
Δ.Υφαντης

( Τρίφωνο)

Κλεινω τα μάτια…παει να πει ... ταξιδευω
Κλεινω τα μάτια….παει να πει... χανομαι
Κλείνω τα μάτια ....πάει να πει ... φοβάμαι
Κλεινω τα μάτια ....παει να πει…. επιμένω
Κλεινω τα μάτια ....πάει να πει ….ξεχνάω
Κλεινω τα μάτια ....παει να πει … θυμάμαι
Κλεινω τα μάτια ....πάει να πει… σε αγαπαω
Κλεινω τα μάτια ....παει να πει…. Αχ να κοιμηθω να σ΄ονειρευτω που με ξέχασες και λιώνω………..

Κλείνω τα μάτια πάει να πει…..φυλακίζω τα δάκρυα γιατί με πνίξανε Ηχε μου

Εμπνευσμένο απ το κείμενο του Ηχου

Απ την κατάθεση της ψυχής του

..............................................................................................................................
Γράφει σ΄ ένα βιβλίο του ο Δημητρης
"Τις μεγάλες στιγμές της ζωής μας δεν τις βλέπουμε με τα μάτια
τις νιώθουμε με τη καρδιά, γιατί η ένταση τους μας τα κρατά πάντα κλειστά. "*
Κλείνω τα μάτια πάει να πει….ζω τις μεγάλες μου στιγμές….
Ηχε μου.... Να είσαι καλά
Ευχαριστω Δημητρη...
Αχ εσεις οι Ποιητες…………………………………
* Απ το βιβλίο του Δ.Βαραρήγου
" με το ιδο χρώμα η νύχτα και η σιωπη"...

Δευτέρα, Ιουλίου 2

στον παραδεισο εχω σημαδέψει ενα νησι.....Απαραλλαχτο Εσυ.

Το μονογραμμα.....



θα΄ρθει μέρα
μ' ακούς
Να μας θάψουν, κι οι χιλιάδες ύστερα χρόνοι
Λαμπερά θα μας κάνουν πετρώματα,
μ' ακούς
Να γυαλίσει επάνω τους η απονιά,
μ' ακούς
Των ανθρώπων
Και χιλιάδες κομμάτια να μας ρίξει
Στα νερά ένα ένα,
μ' ακούς
Τα πικρά μου βότσαλα μετρώ,
μ' ακούς
Κι είναι ο χρόνος μια μεγάλη εκκλησία,
μ' ακούς
Όπου κάποτε οι φιγούρες
Των Αγίων
Βγάζουν δάκρυ αληθινό, μ' ακούς


Οι καμπάνες ανοίγουν αψηλά, μ' ακούς
Ένα πέρασμα βαθύ να περάσω
Περιμένουν οι άγγελοι με κεριά
και νεκρώσιμους ψαλμούς

Πουθενά δεν πάω, μ' ακούς
Ή κανείς ή κι οι δύο μαζί, μ' ακούς
Το λουλούδι αυτό της καταιγίδας και, μ' ακούς
Της αγάπης
Μια για πάντα το κόψαμε
Και δε γίνεται ν' ανθίσει αλλιώς, μ' ακούς
Σ' άλλη γη, σ' άλλο αστέρι, μ' ακούς
Δεν υπάρχει το χώμα, δεν υπάρχει ο αέρας
Που αγγίξαμε, ο ίδιος, μ' ακούς
Και κανείς κηπουρός δεν ευτύχησε σ' άλλους καιρούς

Από τόσον χειμώνα κι από τόσους βοριάδες, μ' ακούς
Να τινάξει λουλούδι, μόνο εμείς, μ' ακούς
Μες στη μέση της θάλασσας
Από μόνο το θέλημα της αγάπης, μ' ακούς
Ανεβάσαμε ολόκληρο νησί, μ' ακούς

ΣΕ ΕΣΕΝΑ....ΤΟΝ ΦΙΛΟ ΤΟΝ ΥΠΕΡΤΑΤΟ.... ΓΙΑ ΟΛΑ ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΑ ΠΡΙΝ ΚΑΙ ΓΙΑ ΤΑ ΥΠΟΛΟΙΠΑ ΤΑ ΜΕΤΑ (ΑΥΤΑ ΤΑ ΠΕΤΡΙΝΑ)... ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ...ΜΕΧΡΙ ΤΗΝ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ..
2 ΜΑΗ 2004................................................



ΑΓΑΠΗ (Μεγάλος θυμός)

Πόσο πολύ σ αγάπησα
ποτέ δεν θα το μάθεις
απ την ζωή μου πέρασες
κι αλάργεψες και χάθεις
καθώς τα διαβατάρικα
κι αγύριστα πουλιά

πόσο πολύ σ αγάπησα
ποτέ δεν θα το μάθεις


κι αν δεν προσμένεις να με δεις
κι εγώ πως θα ξανάρθεις
εσύ του πρώτου ονείρου μου
γλυκύτατη πνοή
αιώνια θα το τραγουδώ
και συ δεν θα το μάθεις
πως οι στιγμές που μου δώσες
αξίζουν μια ζωή…..

πόσο πολύ σ αγάπησα
ποτέ δεν θα το μάθεις
Σ΄ Εσενα εκει....ΑΓΓΕΛΕ μου.
Aποσμασμα απ το Μονόγραμμα του Ο.ΕΛΥΤΗ
αποσπασμα απτο ποιημα Αγαπη Κ.ΠΑΙΖΗ

Τετάρτη, Ιουνίου 27

Το αίμα μου άφησα στις φλέβες σου τρέξει
Όλα σου τα ΄μαθα αστέρι μου μικρό
Όλα σου τα ΄μαθα , μα ξέχασα μια λέξη
Δε σου ΄μαθα να λες
ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ…..
Κ. Χατζής….
Κάποτε κάποιος όταν λοξοδρομούσα απ τα θετικά
Μου τραγουδούσε αυτό το στίχο
Σήμερα ο εαυτός μου ένιωσε την ανάγκη να μου το τραγουδήσει
Δυνατά και φάλτσα,
(δε φημίζεται για την καλλιφωνία του…)
Απ το πρωί και δυνατά….Πόνεσε το κεφάλι μου.


-Κάτι ξέρεις για να μου το τραγουδάς έτσι
δεν είναι;
-Ναι….σκέψου!..
-Δεν μπορώ….το φάλτσο σου με αποσυντονίζει
-Αυτό είναι? ΄Η κρύβεσαι κι από μένα, την ίδια με σένα?
-Όχι….όχι το φάλτσο σου φταίει…πιάστο σωστά ή καλύτερα, μάθε ορθοφωνία, και μετά έλα να μου πεις όλα τα τραγούδια σου…
-Μα τι λες; Τόσες υπεκφυγές για να αποφύγεις μια κριτική;
-Mα τι θέλεις επιτέλους και με ζαλίζεις; Έτσι κι αλλιώς τον αγώνα τον έχεις αρχίσει μαζί μου. Να με αλλάξεις δεν θέλεις; Σε κούρασα δεν μου φωνάζεις κάθε μέρα, και κάθε νύχτα? Έχεις στοιχειώσει τα όνειρα μου. Πάλεψε με λοιπόν εαυτέ μου. Πάλεξέ με….Που ξέρεις μπορεί και να με κερδίσεις….να με υποτάξεις…Όχι τόσο φάλτσα όμως ….σε παρακαλώ .λυπήσου με κι αηδόνι γίνε. Ίσως σ΄ ακούσω…..

Τρίτη, Ιουνίου 26

Καταδύσεις στην άβυσσο

Τα όνειρά μας ταξιδεύουν στοιβαγμένα
Μ΄ ένα καράβι αρματωμένο συνειδήσεις
Χώρος κανείς δεν έχει απομείνει
Εξόν στα έγκατα του καραβιού καρίνας
Μες στα σκοτάδια της, τυφλά αρμενίζουν
Αφώτιστα κι από μιας σταλιάς λιαχτίδα
Ξεμπάρκαραν επαίτες σε κλίμακες
Ουράνιας πολύβουης μοναξιάς


Τρόμος άφατος ζωγραφίζεται στα μάτια
Πριν ο πόνος , θεριό αγριεμένο, καταφτάσει
Με σιωπές που κραυγάζουν
Με φωνές μες΄ από πηγάδια Αχερουσίας
Φωνές άηχης ήχους επαναλαμβανόμενης
Όταν η μπότα του θεριού τσαλαπατά
Καρδιά ψυχή και νόηση.
Που να σαι άραγε
Ψυχή να δώσεις μ΄ ένα ακροδαχτύλων άγγιγμα
Σ ΄αυτό το άψυχο πεσμένο χέρι
Ζωή να δώσεις σ΄ ένα κορμί που σπαρταρά
Στραμμένο πάντα στον δικό σου ορίζοντα…
.
Οταν πίστεψα οτι άλλο δεν αντέχω.....

Δευτέρα, Ιουνίου 25

΄Ετσι...εζησα, ζω...θα ζήσω(;)

Έμαθα τον πόνο της σιωπής, την αγαλλίαση των δακρύων, τον φόβο της αγάπης, την θλίψη των τραγουδιών , την ηχηρή σιωπή των ποιητών, την αστοργία των οικείων, την ευσπλαχνία του θεού.
Έτσι έζησα…

Απελευθερώθηκα απ΄ τον φόβο της αγάπης , απ τον πόνο της σιωπής ,απ την ασπλαχνία των οικείων απ΄ την θλίψη των τραγουδιών, απ΄ την σιωπηρή κραυγή των ποιητών, απ΄ την ευφροσύνη των δακρύων , απ΄ την ευσπλαχνία του θεού.
Έτσι ζω….

Σκύβω στην απονιά των άλλων, στον πόνο της σιωπής ,στην θλίψη των ποιητών, στην σιωπή των τραγουδιών, στην ουτοπία του πλούτου, στο δένδρο που μεγαλώνει, στην αγριεμένη θάλασσα, στην ηρεμία του βυθού της, στην ηχηρή σιγαλιά του χιονιού, στην μουσική του δειλινού..
Σκύβω στην σιωπή σου που κραυγάζει “ έλεος με την φιλευσπλαχνία σου θεέ.. “
Έτσι θα ζήσω….

Ίσως τότε ελεύθερη γενώ…..

Σάββατο, Ιουνίου 23

ίχνη στην άμμο.....

Αφουγκράζομαι την χροιά της φωνής σου…
Μαζεύω το γέλιο σου και γητεύω την μέρα μου..
Αναπολώ το βλέμμα σου
Μηρυκάζω τα λόγια που λες μα και τα λόγια της σιωπής σου…
Ήρθες κι έφερες ξεχασμένα χαμόγελα στα χείλη από φθινοπωρινές λιακάδες, και τα μετάλλαξες σε χαμογέλια καλοκαιρινών δειλινών.
Φεύγεις και το χαμογέλιο παραμένει καλοκαιρινό, σαν να είσαι πάντα εδώ.


Διδάσκω τ ΄ακροδάχτυλα , να ζωγραφίζουν την εικόνα σου πάνω στην σκόνη, το σχήμα σου πάνω στην άμμο της ακρογιαλιάς, κι όταν ο φλοίσβος των κυμάτων τα σβήνει, απ την αρχή ξανά να προσπαθούν στην άμμο να σε χαράξουν…
Σ΄ ακολουθώ με βήματα που ματώνουν τ΄ αμμουδερό ακρογιάλι, στην επιστροφή σου να τα δεις και να τ΄ ακολουθήσεις, μα το κύμα τα παίρνει τα σμίγει με την ακροθαλασσιά και την βάφουν σαν ροζ ή μάλλον σαν πορτοκαλί …Μα με τι παράξενα χρώματα ο έρωτας ζωγραφίζει ότι αγγίζει!....

Κι έτσι με χάνεις...Κι έτσι σε χάνω…
Έτσι...
Με γητεμένες μέρες, με χαμογέλια δειλινών καλοκαιριού, με παιδευμένα ακροδάχτυλα και ματωμένα χνάρια…χαθήκαμε..

Παρασκευή, Ιουνίου 22

όταν ο μέλλοντας , ενεστώτας γίνει...

Θα μετουσιώσω την σάρκα σε ψυχή…Την ηδονή σε σκέψη εσωτερική. Την επιφάνεια σε βάθος υποθαλάσσιο, μυστικό και πανέμορφο. Τις φωνές του κορμιού σε ησυχία όμοια με του βυθού του ωκεάνιου.

Θα πιω στην ομορφιά των δειλινών. Στ΄ ατέλειωτα τραγούδια, και στα βιβλία που θα γραφτούν , στους συγγραφείς που τα ονειρεύονται.

Θα λυτρωθώ απ την κόλαση του "εγώ ",που κραυγάζει ότι πεινάει, όταν λόγια που το βαυκαλίζουν και το νταντεύουν δεν ακούει.


Θα σκύψω πάνω στ΄ αχνάρια χνουδάτων βημάτων ν΄ αφουγκραστώ την αγάπη. Πάνω απ το χώμα που ένα δένδρο τρέφει, ν΄ ακούσω την ευχαρίστηση της ρίζας , όταν τους χυμούς του ρουφάει…

Κι όταν αυτοί οι μέλλοντες ενεστώτες γίνουν....
Θα χαμογελώ ευτυχισμενα...Θα ξαναγίνω ψυχή παιδική...


Θα μεταλλάξεις την οδύνη μου σε ηδονή…
Θα φύγεις …..κι αυτές οι δυο λέξεις ,θέση πάλι θα αλλάξουν.

Όταν κι αυτός ο μέλλοντας ενεστώτας γίνει….
Θα συνεχίσω να ονειρεύομαι, και να ελπίζω σε μελλοντικούς μέλλοντες που ενεστώτες θα γενούν …..

Στο υπόσχομαι. Μην με φοβάσαι,,.

Πέμπτη, Ιουνίου 21

18 Ιούνη....


Ο ήλιος αποχαιρετά τον ορίζοντα των ματιών μας βάφοντας άλικο χρώμα την γραμμή που ενώνει τον ουρανό, με την θάλασσα. Την ιερή αυτή στιγμή της σμίξης τους, της καθημερινής και αιώνιας….
Τι ομορφιά Θεέ μου!...
Τι έρωτας! Τι χρώμα πορφύρας ερωτικής ντύνει το σμίξιμο τους αιώνες τώρα….
Ο ήλιος φεύγει και κάνει την μέρα μας και τις στιγμές της ανάμνηση.
Παίρνει μαζί του όλα τα πρωτόγνωρα και θαυμαστά από την μέρα που ο ίδιος μας έφερε ….μας αφήνει στη νύχτα έχοντας ντύσει την ψυχή με απόλαυση πρωτόγνωρη, ντύνοντας ακόμα και τις Κήρες των “άλλων”συναισθημάτων μας με χιτώνα παρθενικό και τις εξαγνίζει, τις μετουσιώνει σε Νηρηίδες που χαρούμενες τραγουδούν ψαλμούς ευχαριστίας σε Εκείνον…

Ο ήλιος μ αποχαιρετά, κι εγώ ένα μεγάλο ευχαριστώ του απευθύνω πλημμυρισμένη απ την μνήμη της μέρας που μου δώρισε ,μνήμη μεστή από πρωτόγνωρες εμπειρίες …
Μνήμη που στο ακατάσβεστο των υπέρτατων συναισθημάτων θεμέλιο γερό κι άρριχτο έριξε σαν τον καλύτερο οικοδόμο της ύπαρξής μου.
Έχε γεια…Αύριο πάλι …Με μνήμες όμορφες που ίσως η νύχτα φέρει….Αυτόφωτη απ το φως που μάζεψε η ψυχή όλη τη μέρα που μας χάρισες…

Σάββατο, Ιουνίου 16

Θυμάμαι εσένα που ήρθες......

Θυμάμαι να σου λέω "σ αγαπώ, "και να τρομάζεις.
Θυμάμαι να σου λέω παραμύθια για όμορφους παράδεισους, νεράιδες που ταξιδεύουν θάλασσες για να έρθουν να σε βρουν, ερωτευμένες, με ένα αγιόκλημα στο χέρι ,στεφάνι να στο κάνουν νυφικό, και να χαμογελάς ευτυχισμένα.
Θυμάμαι να σου μιλώ για το ακατάλυτο του έρωτα μου και να λες "δεν σε πιστεύω”, χαμογελώντας πάντα…
Θυμάμαι τον ήχο του τηλεφώνου να μεταλλάσσεται σε ουράνια μουσική ,που μ ανείπωτη λαχτάρα προσμένω για ν ακούσω…
Θυμάμαι να θες να φυγεις, και λιγωμένα να σου λέω " μείνε...Λίγο ακόμα..Μια στιγμή"
Θυμάμαι να με κοιτάς και να λιώνει η φωνή μου…Θυμάμαι να μου λες ένα μικρούλι, ένα παράξενο “ε μα” και να γελά η ψυχή μου…Θυμάμαι να μου τραγουδάς και να χορεύει ανάριο χορό η ύπαρξη μου…Θυμάμαι ψιθυριστά να μου διαβάζεις στίχους, και να καλμάρει ο νους μου… Θυμάμαι να σε κοιτώ όταν κοιμάσαι και να ψιθυρίζω “θεέ μου κατέβηκες στην γη και σ έχω αγκαλιά”….

Θυμάμαι ..πριν λίγο που σε κοιτούσα…Τι όμορφος που είσαι!!!….

Σε τρόμαξα καρδιά μου; Νομίζεις πως μνήμη " παρατατική " έγινες; Μα απ την αρχή μνήμη έντονη γινόταν η κάθε σου στιγμή ….Μνήμη γλυκοχαράζουσας αυγής, μνήμη ιλαρού δειλινού…Μνήμη παρελθούσα και μελλούμενη…Καλώς όρισες απρόσμενε πάντα

Παρασκευή, Ιουνίου 15

13 χρόνια......Μας λείπεις

Ένας ευαίσθητος ληστής
Στίχοι: Ν.ΓΚΑΤΣΟΣ
Μουσική: Μ.ΧΑΤΖΗΔΑΚΙΣ

Αν με πηγαίναν αύριο στην κρεμάλα
Μανούλα μου, μανούλα, δόλια μάνα
Ξέρω ποιανού το δάκρυ στάλα-στάλα
Θα ’πεφτε απ’ τα μάτια τα μεγάλα

Μανούλα μου, μανούλα, δόλια μάνα

Μια και με γράψανε φονιά
Πήρα τον κόσμο παγανιά
Και την ζωή σεργιάνι
Κακό να κάνω στους κακούς
Που εσύ μονάχα τους ακούς
Μα ο νους σου δεν τους πιάνει

Στην ερημιά που είχα βρεθεί
Με το’ να χέρι στο σπαθί
Και τ’ άλλο στο ευαγγέλιο
Ήρθαν μανάδες κι ορφανά
Κι είπα το δάκρυ που πονά
Να τους το κάνω γέλιο

Μα τώρα που ’φτασε η στιγμή
Να κλείσουν οι λογαριασμοί
Ποιος τάχα θα μπορέσει
Να δει πως είχα μια καρδιά
Σαν της αγάπης τα παιδιά
Και να με συγχωρέσει

Τετάρτη, Ιουνίου 13

Κι εγώ που νόμισα ... ότι μ΄εγκατέλειψες

«Δεν είναι λίγο να θυμώνεις με αυτούς που αγάπησες
όταν σε αφήνουνε μόνη να βγάλεις πέρα τη ζωή
σαν να μην έχουνε καμία ευθύνη» Δ.βαρβαρήγος

…Δεν ξέρω αν είναι λίγο.. Δεν ξέρω αν είναι πολύ...Ξέρω όμως ότι είναι αβάσταχτο.. Ο θυμός είναι αβάσταχτο συναίσθημα ειδικά αν τον νιώθεις για αγαπημένους που οριστικά έχουν φύγει.. Κι είσαι μαζί τους θυμωμένος (η)…Γιατί δεν έχεις μέλλον μαζί τους, μόνο παρελθόν, μόνο μνήμες καλυμμένες με το πέπλο της θλίψης για πάντα.. Πονάει ο θυμός αυτός γιατί ενώ γνωρίζεις ότι είναι άδικος εντούτοις έχει κολλήσει μόνιμα στην ψυχή σου, που χρόνο με τον χρόνο γίνεται βράχος υποθαλάσσιος, θαλάμι που ο θυμός σαν το χταπόδι έρχεται και κουρνιάζει…Και γίνεται σπίτι του η ψυχή σου…
Κι αποκτάς μόνιμο συγκάτοικο πια….την Θλίψη.

Κι έρχεται κάποια στιγμή, μια ευλογημένη στιγμή, που αντιλαμβάνεσαι με όλες τις αισθήσεις σου ότι ο θυμός σου είναι άδικος. ( ακούς βλαμμένε εγωπαθή εαυτέ ; τ΄ ακούς; ηλίθιος κι άδικος) γιατί αυτοί που έφυγαν, σε θυμούνται, κι έρχονται στα δύσκολα σου, στα πραγματικά αδιέξοδα σου, φως να ρίξουν, χέρι να δώσουν, να φωτίσουν και να οδηγήσουν, σε μονοπάτια σωστά, κι ο θυμός να γίνει ελπίδα, κι η θλίψη χαμόγελο με μέλλον...Γιατί οι φευγάτοι κι αγαπημένοι, μας θυμούνται, ίσως περισσότερο απ΄ ότι εμείς, οι "ακόμα εδώ"....

στην...Ελένη...


Με ένα μεγάλο ευχαριστώ...

Παρασκευή, Ιουνίου 8

Σαν σήμερα....Σε εκείνον...Τόν πρωτο....η μνήμη η αιώνια..

... Ο παππούς.. Ο γλυκός παππούς , πατέρας της μάνας που δεν έδωσε σε εκείνη αλλά σε μένα αυτά που αγαπούσα σε εκείνον. Ο παππούς με την απέραντη αγκαλιά του, μήτρα Μάνας που σε γεννάει . Με την γλυκιά φωνή, που με νανούριζε …γιατί ναι με νανούρισαν και μένα ,όχι οι γονείς μα ο παππούς. Ο μπάρμπα Γιώργης. Γιωργάκης για μένα, ο παππούλης Γιωργάκης, με τα μπλε όλο θάλασσα μάτια του..
Όαση στην ερημιά που ζούσα . Δάκρυ για χρόνια πολλά πολλά η θύμηση του κι έλλειψη του. Να πεθάνω και να πάω στην αγκαλιά του το όνειρο της εφηβείας ..Το όνειρο τις νύχτες που ένοιωθα πάγος να γίνονται τα χέρια που με ακούμπαγαν είτε για χαστούκι είτε για χάδι(¨?) ποιο χάδι? Μισό κι αυτό κάτι πιο ήρεμο απ το χαστούκι.
- Βρε τον μπάρμπα- Γιώργη ! η φωνή της φίλης της μάνας μέσα στην νύχτα ,με κάνει να πεταχτώ,,
εννιά χρόνων αρχίζω να βλέπω το μαύρο να κεντάει την ψυχή μου,,,..
Τι έπαθε ο παππούς? Ο παππούλης ο Γιωργάκης? Νύχτα πλημμυρίζει το μυαλό μου και προσπαθώ να καταλάβω τις φωνές τι λένε…
- πέθανε έτσι τραγουδώντας…η φωνή της φίλης της μάνας
Πέθανε ο κόσμος μου? Η καρδιά που μέσα με κρατούσε και με ζέσταινε και μου μάθαινε ότι λάθος με βάφτισα?
Η αγάπη πεθαίνει?
Κραυγή σαν αυτή την πρώτη βγήκε. Από που άραγε? Από ποια πνευμόνια παιδιού εννιάχρονου μπορεί να βγήκε αυτή η κραυγή, που ράγισε τους τοίχους, σήκωσε την γειτονιά?
Θρήνος μάνας που έχασε το μονάκριβο της…και να η πρώτη υστερία…και να η σφραγίδα του ληξίαρχου με πιο γερο μελάνι…στοιχειό.."
Αυτό το στοιχειό δεν είναι δικό μου.. δεν το θέλω,” ..
Εννιά χρόνων άρχισα το τσιγάρο.. Έβλεπα τον παππού στο φέρετρο με τα κόκκινα μαγουλάκια και το χαμόγελο του ,γιατί ναι έτσι ήταν το νεκρό του πρόσωπο, και του φώναζα…
"προδότη, αγαπημένε μου προδότη,…κατά που να κάνω εγώ να βρω τώρα αυτό που από σένα πήρα?
«Μην το πάρεις μαζί σου…μην μ αφήσεις γυμνή απ αγάπη παππού …κρυώνω παππού ,κρυώνω» …
Και να η πουκαμίσα του! Την έδειξε στους άλλους για να μ ακουμπήσουν όταν σπαρταρώντας παγωμένη έπεσα στο πάτωμα και με πήγαν στο κρεβάτι του να με ξαπλώσουν, Κι έγινε αυτή η πουκαμίσα η αγκαλιά η νυχτερινή, το νυχτικό μου για τα επόμενα επτά χρόνια…

Ο παππούλης ! πόσα του χρωστάω.. Τα γονίδια μου όλα. Τις χαρές και τους πόνους που έλαβα όλα αυτά τα χρόνια απ αυτά που με μετάγγισε. Ο παππούς ! που τ΄ άρεσε το οινόπνευμα και το τσιγάρο….
"αυτά τον φάγανε " λέει η μάνα.
Αυτά θα φαν κι εμένα απαντώ εγώ…
Άρχισα το τσιγάρο στα εννιά μου χρόνια, όταν ο παππούς αποφάσισε πως πρέπει να με αφήσει……
Ο θάνατος του έγινε πρώτη χαραματιά στον ανεξίτηλο ιστό της αγάπης που είχα υφάνει. Ήταν η πρώτη μαύρη τρύπα που δεν καλύπτεται ποτέ. Ήταν ο πρώτος ήλιος που έσβησε κι άφησε τον παγωμένο κρατήρα του να κοιτώ, και να σκέφτομαι να πέσω μέσα στην άπατη αγκαλιά του…Ο θάνατος του ήταν κι η αιτία της κακής μου σχέσης πια με τον ύπνο. Δεν ήθελα να κοιμάμαι. Ήθελα να κοιτώ τ΄άστρα, να τα μετρώ... Να τα μετρώ, και για πρώτη φορά να τα βρίσκω λιψά..Ήθελα τα μάτια ανοιχτά και το μυαλό σε συνεχή συζήτηση με τα φαντάσματα μου πάλι, που όμως τώρα είχαν σάρκα κι οστά, είχαν χαμόγελο και μάτια θαλασσινά….

Τρίτη, Ιουνίου 5

Από τι να ΄ναι που έχεις τη θλίψη του αγριμιού...

Κάθομαι στην κουνιστή ξύλινη παλιά καρέκλα. Απέναντι μου η μικρή, ομογάλακτη, όμαιμη, σιαμαία, αδελφή ψυχή, η διάσπαση μου, -εγώ- κι ένα παραμύθι αρχίζω να της διαβάζω..από ένα βιβλίο που χρονολογείται πια χρόνους πολλούς , έγινε κιόλας 40 χρονών...

Eνα μισό-σκισμένο βιβλίο, σαν ημερολόγιο παλιού καραβιού, που, ποιος ξέρει πώς γλίτωσε από την οργή των θεών και τις φωτιές των ανθρώπων, απ' τα δόντια της θάλασσας, κι απ τα ατέλειωτα Φθινόπωρα.
Μυρίζει αλμύρα, μπαρούτι, χώμα νοτισμένο απ΄ την βροχή, χοχλακιστό αίμα άλικο, ποτάμι ροής γυναικείας υπόστασης, αρχαία νοσταλγία, πόνο, δάκρυ και κάτι ακόμη - μια μυρωδιά που την έχεις κάπου βαθιά μέσα σου μα δεν ξέρεις να την προσδιορίσεις, να την ονομάσεις. Μια μυρωδιά χαράς πικρόγλυκης, λύπης χαρμόσυνης. Μια μυρωδιά που περικλείει όλα τα αντίθετα και τα συνώνυμα όλα τα ξένα και οικία, όλα τα άγνωστα και γνώριμα, γι αυτό να την ονομάσεις δύσκολο σου είναι. Μια μυρωδιά του ίδιου σου του Εαυτού.

Μια φορά κι έναν καιρό γεννήθηκες. Φθινόπωρο. Θλιμμένη εποχή, φθίνουσας ζωής, προμήνυμα παγωνιάς και τέλους. Κι αντίθετα με όλους τους ανθρώπους κατοικούντων και παρεπιδημούντων σ΄ αυτή και απ΄ αυτή τη γη ανά τους αιώνες, για σένα οι εποχές δεν άλλαζαν. Όλα τα πάντα τα ζούσες μέσα στο Φθινόπωρο. Λες κι εσένα οι άλλες εποχές είτε σ' αγνόησαν, είτε δεν κατάλαβαν ότι είσαι μαζί με όλους τους άλλους. Έτσι στην αγκαλιά του, το Φθινόπωρο, σε πήρε και σε μεγάλωσε... Κι ένα πρωινό....
Δεν θέλω ν΄ ακούσω αυτό το παραμύθι .

-Μα γιατί; Μην σε στεναχωρεί που το φθινόπωρο κυριαρχεί...θα τ΄ αγαπήσεις. Θα δεις. Θα δεις.

-Δεν θέλω σου είπα. Πες μου ένα παραμύθι με Καλοκαίρια ζεστά κι ηλιόλουστα, αρμενίζοντα σε θάλασσες ήρεμες, πες μου γι Άνοιξες ερωτικές, με πρωτολούλουδα γεμάτες, και με φως ιλαρό. Πες μου για τον χορό των εποχών και την ζωή κάποιων άλλων.

-Δεν ξέρω άλλο παραμύθι. Μόνο το δικό σου ψυχή μου... Μόνο αυτό γνωρίζω.

-Τότε πέτα αυτό το βιβλίο. Έτσι κι αλλιώς μισό-σκισμένο είναι.. Πάμε να κοιμηθούμε αγκαλιά. Να νανουριστούμε έτσι όπως το φθινόπωρο μας έμαθε.

-Μα, ηρέμησε και άκου. Έχει κι όμορφες στιγμές κι ας είναι χρωματισμένες με την καταχνιά του φθινοπώρου καρδιά μου..

-Δεν θέλω. Δεν θέλω. Κλείστο και πάμε να κοιμηθούμε. Σε παρακαλώ. Μην με παιδεύεις άλλο.
-Πάμε. Ότι θες ψυχή μου... Πάμε.

Παρασκευή, Ιουνίου 1

Σε ρωτάω....απαντησέ μου εαυτέ...

Τι έχεις?
Τίποτα…
Γιατί τόση θλίψη?
Για το τίποτα..
Γιατί τόσος θυμός?
Για το τίποτα.
Γιατί τόσο δάκρυ?
Για το τίποτα…
Γιατί το δυνατό σαρκαστικό γέλιο ?
Για το τίποτα…
Γιατί τόσο σπαρταριστό κλάμα
Για το τίποτα
Τι ζητάς επιτέλους?
Τίποτα...

Τι φοβάσαι?
Δεν θα προλάβω…
Τι δεν θα προλάβεις?
Το ….τίποτα

Τι θέλεις επιτέλους?

Τον θεό ή τον δαίμονα μέσα μου που με βασανίζει θέλω να βρω. Να τον καβαλήσω, να τον σπιρουνιάσω και να με πάει όπου θέλω…Να ταξιδέψω μαζί του, μαζί του όμως , ακούς? πάνω από βουνά ποταμούς ορμητικούς κι αγριεμένες θάλασσες…Να συναντήσω γέρους σοφούς, έφηβους χαρούμενους χωρίς τρελαμένο βλέμμα, παιδιά ευτυχισμένα χωρίς ρυτίδες γεροντικές στα νιογέννητα πρόσωπα τους από αιώνων βάσανα ζωγραφισμένες ,έρωτες όμορφους ανέγγιχτους από σκέψεις ύπουλες «κοινού συμφέροντος ».
Να φύγω θέλω μαζί του να εξαφανιστώ…Εδώ ν΄ αφήσω όλο τον παλιό μου εαυτό. Με ψυχή και μυαλό νιογέννητου μωρού να ξεχυθώ σ΄ αυτό το ταξίδι…Και αφού τιθασευμένο θα έχω, τον θεό ή δαίμονα μου, εαυτόν ίδιο δεν θα αποκτήσω ξανά…
Θα πάψω ν΄ αγαπάω για πάντα, θα πάψω να μισώ για πάντα. θα πάψω να κλαίω με λυγμούς, θα πάψω να γελάω δυνατά όταν πονάω...Θα πάψει ο πόνος θαλάμι να χει κάνει την ψυχή μου. Θα πάψω την χαρά μου με λυγμούς να εκφράζω...
Αυτό ζητάς τελικά;

Ναι … έναν άλλον εαυτό. Θα είναι καλύτερα για τους άλλους και για μένα…Δεν σε θέλω πια…
Με κούρασες…